Menu
RSS

Διαμεσολάβηση: Μια συνεχής........πρόκληση

Διαμεσολάβηση: Μια συνεχής........πρόκληση

Και εκεί που νομίζαμε ότι ξεμπερδέψαμε από τον κ. Κανελλόπουλο και περιμέναμε να δούμε "νέο έργο" από τον  νέο υπουργό δικαιοσύνης της νέας κυβέρνησης....τσουπ....ανακοινώθηκε ημερίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με θέμα ποιο, παρακαλούμε; Τη διαμεσολάβηση, που είναι σύμφωνα με τον τίτλο της εκδήλωσης "μια συνεχής πρόκληση".

Εμείς οπωσδήποτε συμφωνούμε με τον τίτλο της ημερίδας, αν και από εντελώς διαφορετική σκοπιά....Γιατί τι άλλο είναι εκτός από "πρόκληση" και μάλιστα συνεχής η επιμονή των νεοφιλελέδων της δικαιοσύνης να μας περάσουν τη διαμεσολάβηση με το στανιό ( στο πιο κομψό «υποχρεωτικά»)….

Και αφού οι νεοφιλελέδες επιτέλους (λέμε ότι) έφυγαν, γιατί παρακαλούμε ο κ. Παρασκευόπουλος επέλεξε, από όλα τα καυτά ζητήματα της δικαιοσύνης, να αναδείξει ως θέμα, στην πρώτη ημερίδα που διοργανώνεται επί της υπουργίας του, τη διαμεσολάβηση;

Την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα την κρατάμε για το τέλος και πάμε λίγο παρακάτω.

Το «τι είναι η διαμεσολάβηση» κυρίως στην εγχώρια - λαμογιέ της έκδοση το αναπτύξαμε σε προηγούμενο άρθρο μας. Έκτοτε όμως είχαμε εξελίξεις. Οι ριγμένοι της υπόθεσης πήραν κάπως τα πάνω τους και κατόρθωσαν να μοιραστεί λίγο πιο «δίκαια» η πίτα. Έτσι καταρχάς επιτράπηκε η αναγνώριση τίτλου διαπίστευσης διαμεσολαβητή που έχει αποκτηθεί από φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης κατόπιν εκπαίδευσης στην Ελλάδα πριν την αδειοδότηση και έναρξη λειτουργίας των Ι.Ε.Κ, συγγνώμη των φορέων των τριών μεγάλων δικηγορικών συλλόγων (και των Δ.Σ. Λάρισας και Αλεξανδρούπολης) και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 (άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3898/2010, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 άρθρου 40 ν. 4111/2013) και εν συνεχεία με το νόμο 4254/2014 αποκαταστάθηκε εν μέρει η «αδικία» (με το άρθρο πρώτο του ν. 4254/2014 αντικαταστάθηκε η περ. γ του άρθρου 4 του ν. 3898/2010) και πλέον διαμεσολαβητές για τις εγχώριες διαφορές δεν θα είναι μόνο και αποκλειστικά δικηγόροι.

Τι είναι όμως η διαμεσολάβηση γενικά (και όχι ειδικά στην εγχώρια εκδοχή της) και κόπτονται τόσο πολύ για να γίνει υποχρεωτική;

Κατ’ αρχάς η διαμεσολάβηση καθώς και άλλες εναλλακτικές μέθοδοι επίλυσης διαφορών που είναι γνωστές ως ADR – Alternative Dispute Resolution, ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ το τελευταίο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα. Κάποιοι θεωρούν ότι ήταν απόρροια της κρίσης της κρατικής δικαιοσύνης και παρουσιάζουν τις μεθόδους αυτές ως διέξοδο στη δυσκολία πρόσβασης στη δικαιοσύνη μεγάλων στρωμάτων του αμερικανικού πληθυσμού, ενώ άλλοι διακρίνουν τον ανομολόγητο σκοπό να τεθεί φραγμός στον δικαστικό ακτιβισμό (judicial activism) , αφαιρώντας από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που συχνά είχαν κατακριθεί ως πολύ προοδευτικά και αποσταθεροποιητικά σε ζητήματα μεγάλης σημασίας, όπως αυτά που αφορούν τα δικαιώματα των πολιτών, την προστασία του καταναλωτή και του περιβάλλοντος. Όποια όμως εκδοχή και αν επιλέξουμε, το βέβαιο είναι ότι η ώθηση των πολιτών στην ιδιωτική διαμεσολάβηση και στις άλλες μεθόδους εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνεπάγεται τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, έναν στόχο άκρως συμβατό με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που άρχισε να αναπτύσσεται το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί, αν θέλουμε να δούμε σοβαρά το ζήτημα των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης των διαφορών, είναι αν προάγουν το νομικό μας πολιτισμό και την εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης.

Στο παραπάνω ερώτημα η απάντηση που δίνουν οι επικριτές της διαμεσολάβησης και των άλλων μεθόδων ADR (που διεθνώς δεν είναι λίγοι) είναι σαφώς αρνητική για τους εξής λόγους:

Πρώτον: Γιατί η διαμεσολάβηση στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ισότητας των μερών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική θέση των διαδίκων. Πιο συγκεκριμένα, επειδή ο διαμεσολαβητής παραμένει «ουδέτερος» και η εργασία του διεξάγεται αποκλειστικά για να πετύχει «ένα ναι» από τους διαδίκους , ενισχύεται η ανισότητα των μερών και έχει παρατηρηθεί ότι επικρατεί η πιο ισχυρή οικονομικά και κοινωνικά πλευρά, αφού μάλιστα τα ασθενέστερα μέρη δεν έχουν συνήθως την ικανότητα να αξιολογήσουν αν είναι επωφελής η συμφωνία.

Δεύτερον: Γιατί υφίσταται ο κίνδυνος η διαμεσολάβηση να μετατραπεί σε μια αθέμιτη διαδικασία, όταν ο διαμεσολαβητής είναι σε γνώση γεγονότων, τα οποία δεν γνωρίζει η μία πλευρά ή και αμφότερα τα μέρη ή μπορεί να ωθείται από ένα δυνατό προσωπικό ενδιαφέρον για μια συγκεκριμένη λύση της διαφοράς, ειδικά αφού οι διαμεσολαβητές είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και βλέπουν να τους ανοίγεται ένας νέος κύκλος προσοδοφόρας εργασίας, μέσω εκείνων που συχνά προσφεύγουν στη διαμεσολάβηση.

Τρίτον: Γιατί το δικαίωμα για μία δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ παραμερίζεται. Δεν προστατεύεται το δικαίωμα του ατόμου να έχει μια δίκαιη και δημόσια αστική δίκη από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, του οποίου η απόφαση στηρίζεται στο υλικό της διαδικασίας. Οι επιταγές της δημοσιότητας, του δικαιώματος αποδείξεως και της υποχρέωσης αιτιολογίας δεν τηρούνται στη διαμεσολάβηση.

(Πλούσια βιβλιογραφία και περισσότερα στοιχεία για τα παραπάνω ζητήματα στο άρθρο του κ. Γιάννη Βαλμαντώνη, Πρωτοδίκη «Μερικές σκέψεις για τη διαμεσολάβηση και τη σχέση της με τη δικαστική διαδικασία», ΕλλΔνη 2013 344)

Όλες αυτές οι (βάσιμες) επικρίσεις βεβαίως ελάχιστα απασχολούν τους εγχώριους θιασώτες της διαμεσολάβησης, προφανώς για δύο λόγους:

  Ο πρώτος: Γιατί η διαμεσολάβηση ανοίγει - εφόσον βεβαίως επιβληθεί «με το στανιό» - μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολλά υποσχόμενη «μπίζνα». Βεβαίως η Ελλάδα δεν έχει σχέση με τις Η.Π.Α, στις οποίες η διαμεσολάβηση και γενικά οι ΑDR ανθούν (σύμφωνα με τους υπολογισμούς των δύο μεγαλύτερων οργανισμών παροχής εναλλακτικών μεθόδων στην Αμερική, JAMS και Αmerican Arbitration Association, η αξία της παροχής υπηρεσιών ΑDR εκτιμάται στο ποσό των 500 εκατομμυρίων δολαρίων), υπάρχει όμως και το παράδειγμα της κοντινής μας Ιταλίας που πολλοί το επικαλούνται και πολλά έχει να μας διδάξει.

Στην Ιταλία η κοινοτική οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το d.lgs. n 28/2010, που καθιέρωσε την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της δικαστικής διαδικασίας σε μια σειρά από ετερόκλητες διαφορές που περιλαμβάνουν τα εμπράγματα δικαιώματα, τη διανομή, την κληρονομική διαδοχή, τη μίσθωση, το χρησιδάνειο, τις ασφαλιστικές και τραπεζικές συμβάσεις, την αποκατάσταση της ζημίας από ιατρική ευθύνη, την προσβολή της τιμής δια μέσου του τύπου και από τις 20.3.2012 επεκτάθηκε και στις διαφορές από αυτοκινητικά ατυχήματα και από την οριζόντια ιδιοκτησία (Γιάννη Βαλμαντώνη, Πρωτοδίκη «Μερικές σκέψεις για τη διαμεσολάβηση και τη σχέση της με τη δικαστική διαδικασία», ΕλλΔνη 2013 344).

Εκεί – αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα - η υποχρεωτικότητα προκάλεσε την αντίδραση σημαντικού μέρους του δικηγορικού σώματος και το ζήτημα τελικά λύθηκε με την υπ’ αριθ. 272/2012 απόφαση του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου που κήρυξε την αντισυνταγματικότητα του d.lgs. n 28/2010 κατά το μέρος που προβλέπει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διαμεσολάβησης.

Η τελευταία αυτή εξέλιξη, μολονότι γίνεται συχνά επίκληση του παραδείγματος της Ιταλίας, συνήθως αποσιωπάται από τους θιασώτες της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων οπωσδήποτε συγκαταλέγεται και ο τέως Γ.Γ. κ. Νικόλας Κανελλόπουλος, ο οποίος μάλιστα σε ημερίδα για τη διαμεσολάβηση που είχε διεξαχθεί στην Πάτρα την προηγούμενη χρονιά, είχε εξαγγείλει νομοθετική ρύθμιση για την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, επικαλούμενος την ανάγκη να βρεθεί άμεση λύση στις χρονοβόρες δικαστικές διαμάχες που έχουν υπερφορτώσει τα Ειρηνοδικεία της χώρας. Τέτοια νομοθετική ρύθμιση τελικά δεν υπήρξε, πιθανότατα γιατί είναι δύσκολο να βάλεις τους υπερχρεωμένους να πληρώσουν και το διαμεσολαβητή (εκτός από το δικηγόρο τους) και οπωσδήποτε αδύνατο να εξαναγκάσεις τις τράπεζες να πληρώσουν οτιδήποτε.

Ο δεύτερος: Γιατί η Ε.Ε. απαιτεί αφενός περικοπές κρατικών δαπανών και αφετέρου ταχύτητα. Και επειδή και τα δύο δύσκολα επιτυγχάνονται ταυτοχρόνως, μια χαρά είναι η διαμεσολάβηση (που και από τους ιδιώτες θα πληρώνεται και γρήγορη είναι) και ας μην έχει καμιά σχέση με την απονομή δικαιοσύνης. Άλλωστε το ζητούμενο, όπως εκφράστηκε δια στόματος της Επιτρόπου Δικαιοσύνης Βίβιαν Ρέντινγκ, είναι η πραγματοποίηση «δικαστικών μεταρρυθμίσεων» στις χώρες μέλη «για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους» και ας μην έχει καμία σχέση (απ’ ό,τι τουλάχιστον γνωρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε) η ανταγωνιστικότητα με τη δικαιοσύνη, την κοινωνική ειρήνη και το νομικό μας πολιτισμό.

Και κλείνοντας, επανερχόμαστε στο αρχικό μας ερώτημα: Για ποιο λόγο ο κ. Παρασκευόπουλος επέλεξε να αναδείξει ως θέμα, στην πρώτη ημερίδα που διοργανώνεται επί της υπουργίας του, τη διαμεσολάβηση;

Να αποδώσουμε την επιλογή αυτή σε αφέλεια και επιρροή κακών συμβούλων ή μήπως σε μια γενικότερη πολιτική στροφή αναγκαστικής (;;) συμμόρφωσης του ΣΥΡΙΖΑ προς τις επιταγές της Ε.Ε;

Αφήνουμε την απάντηση στην κρίση σας. Όποια όμως και να είναι αυτή, ένα είναι, δυστυχώς,  βέβαιο: Ο κ. Κανελλόπουλος τελικά δεν έφυγε. Το φάντασμα του πλανιέται στο υπουργείο δικαιοσύνης και το πνεύμα του το έχει στοιχειώσει. Και δεν ξέρουμε ακόμη ποιά ταλέντα διαθέτει ο κ. Παρασκευόπουλος, δυστυχώς όμως σ’ αυτά δεν φαίνεται ότι συγκαταλέγεται και το πολύ χρήσιμο για την περίσταση ταλέντο του εξορκιστή.

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top