Menu
RSS

Αίτηση Ακυρώσεως του Δ.Σ. Καλαμάτας κατά του Π.Δ που μειώνει τις οργανικές θέσεις εισαγγελικών λειτουργών

kalamata

                       ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

                                                       ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

(Με αίτημα εισαγωγής της υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14§2 περ. β’ του Π.Δ. 18/1989).

 

1.Του ΝΠΔΔ Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, που έχει έδρα την Καλαμάτα, Δικαστικό Μέγαρο Καλαμάτας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του ΔΣ αυτού

2.Του Μαργέλη Κωνσταντίνου, Δικηγόρου και κατοίκου Καλαμάτας (Φραντζή 11, Καλαμάτα, 24100, ΜΕΣΣΗΝΙΑ ατομικώς και ως Πρόεδρου του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας

Περί ακυρώσεως:

του Προεδρικού Διατάγματος με' αριθμό 30 (ΦΕΚ Α 66 15.3.2013) « Κατανομή οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας».

Κατά

Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ :

Ι. Αιτούμεθα την ακύρωση της ακόλουθης πράξεως ήτοι: του Προεδρικού Διατάγματος με αριθμό 30 (ΦΕΚ Α 66 15.3.2013)

«Κατανομή οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας», για τους ακολούθους νομίμους, βάσιμους και αληθείς λόγους που στοιχειοθετούν παράβαση νόμου με τη μορφή της αντισυνταγματικότητας άλλως της υπέρβασης εξουσιοδότησης. και έλλειψης νομίμου ερείσματος.

 

Μετά πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξεδόθη το προσβαλλόμενο Προεδρικό Διάταγμα με αριθμό 30 (ΦΕΚ Α 66 15.3.2013) «Κατανομή οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και........

ποινικών δικαστηρίων της χώρας», κατόπιν των διατάξεων του άρθρου 3 παρ.2 περ. α', υποπερ. αα' του Ν.1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων» και την γνώμη του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκαν λαμβανομένων υπόψη των αιτιολογημένων προτάσεων των δικαστικών λειτουργών που διευθύνουν τα Εφετεία και τις Εισαγγελίες Εφετών της Χώρας.

Με το προσβαλλόμενο πδ καθορίσθηκαν οι θέσεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών ως εξής:

«ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ.

Γυθείου: α) Εισαγγελείς Πρωτοδικών μία (1), β) Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών - Εισαγγελικοί Πάρεδροι μία (1). Καλαμάτας: α) Εισαγγελείς Πρωτοδικών μία (1), β) Μειώνεται ο αριθμός των ενιαίων οργανικών θέσεων Αντεισαγγελεων Πρωτοδικών - Εισαγγελικών Πάρεδρων κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις (3). Κυπαρισσίας: α) Εισαγγελείς Πρωτοδικών μία (1), β) Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών - Εισαγγελικοί Πάρεδροι μία (1).»

ΙΙ. Αιτούμεθα την ακύρωση του ως άνω πδ για τους ακόλουθους νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους και όσους άλλους θα προσθέσω μελλοντικά:

1.- ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ:

1.1.-ΔΙΟΤΙ, η παρούσα ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον διότι: με την προσβαλλομένη μειώνεται ο αριθμός των ενιαίων οργανικών θέσεων Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών - Εισαγγελικών Πάρεδρων κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις (3) και τούτο θα αποτελέσει λόγο καθυστέρησης απονομής της Δικαιοσύνης στο νομό Μεσσηνίας .

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας, μετά τη θέση σε ισχύ του Ν.Δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων), υφίσταται και λειτουργεί σύμφωνα με τα άρθρα 193 επόμ. του εν λόγω Ν.Δ.. Στο άρθρο 199[1] ρητά αναφέρονται, με ισχύ νόμου, οι σκοποί εν γένει των Δικηγορικών Συλλόγων και, σύμφωνα με την υπό εδάφ. δ΄ περίπτωση, αναγνωρίζεται ο ιδιαίτερος κοινωνικός ρόλος των Δικηγορικών Συλλόγων. Η διάταξη αυτή βρίσκεται σε πλήρη ευθυγράμμιση με την εν γένει νομοθετική αναγνώριση των δικηγόρων ως βοηθητικών δικαστικών λειτουργών, μετέχουν, δηλαδή, υποχρεωτικά στη δικαστική διαδικασία προκειμένου να σχηματισθεί η δικανική πεποίθηση και κρίση. Μάλιστα, στην περίπτωση του άρθρου 99 του Συντάγματος ευθέως απονέμονται δικαστικά καθήκοντα σε δικηγόρους. Εξάλλου, οι δικηγόροι θεωρούνται άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί (άρθρο 1 Κώδικα περί Δικηγόρων) και η παρουσία τους και η συγκρότησή τους σε Δικηγορικούς Συλλόγους συνιστά αναπόσπαστο μέρος της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Είναι, συνεπώς, εύλογη η εκ του νόμου ανάθεση στους Δικηγορικούς Συλλόγους επιβοηθητικού ελέγχου σε γενικότερα ζητήματα, εθνικού ή κοινωνικού περιεχομένου ιδίως δε σε θέματα οργάνωσης και απονομής της Δικαιοσύνης. Άλλωστε ο δικηγόρος ασκεί, κατ` αρχήν, το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου, του οποίου είναι μέλος (βλ. άρθρ. 44 του Κώδικα περί Δικηγόρων) και προφανώς έχει εύλογο ενδιαφέρον για την ομαλή λειτουργία και απονομή της δικαιοσύνης στην περιφέρεια που ασκεί τα καθήκοντα του.

Είναι προφανές ότι οι πράξεις που προσβάλλονται, απότοκες του τρόπου οργανώσεως της δικαστικής λειτουργίας αφορούν όλους τους Έλληνες πολίτες και ιδίως τους δικηγόρους μέλη του ΔΣ Καλαμάτας που ως εκ της θέσεως των ενδιαφέρονται για εύρυθμη λειτουργία των δικαστικών υπηρεσιών και τη απονομή της Δικαιοσύνης στην περιοχή που ασκούν το λειτούργημα τους, Κατόπιν τούτων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι συντρέχει το απαιτούμενο από το νόμο γενικό ενδιαφέρον.

(βλ. ΟλΣτΕ 3177/2007, σκέψη 5,668/12,1283/12,1284/12,ΟλΑΠ 14/2008,11/2011).

1.1.2. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, υφίσταται και ειδικότερος δεσμός του Συλλόγου με την προκειμένη υπόθεση.

Συγκεκριμένα, το έννομο συμφέρον του Συλλόγου προκύπτει και λόγω της προσβολής των δικαιωμάτων των μελών του εκείνων, δηλαδή, που απασχολούνται ως δικηγόροι στην περιφέρεια του νομού Μεσσηνίας .

Άλλωστε, παγίως η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται ότι τα επαγγελματικά σωματεία (όπως και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, σύμφωνα με τον διφυή χαρακτήρα τους, (ΣτΕ 1443/1993) δικαιούνται, αλλά και υποχρεούνται να προστατεύουν τα δικαιώματα των μελών τους. Συντρέχει, συνεπώς, και με βάση τα ανωτέρω έννομο συμφέρον στα νομικά αυτά πρόσωπα να προσβάλλουν διοικητικές πράξεις που θίγουν την κατ’ άρθρο 1 του ν. 3026/1954 αποστολή[2] των μελών τους, όταν μάλιστα ο νόμος ή το καταστατικό τους ρητά τους έχει αναθέσει την προάσπισή των δικαιωμάτων αυτών (ΟλΣτΕ 3892/1981, ΣτΕ 18/1970).

 

1.2.-ΔΙΟΤΙ: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.2 περ. α', υποπερ. αα' του Ν.1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» (Α' 35), όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν.2408/1996 (Α' 104) ορίζεται: «Αριθμός και κατανομή οργανικών θέσεων.   1. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των υπαλλήλων της γραμματείας ορίζεται με νόμο.   "2. Η κατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων της γραμματείας στα δικαστήρια και στις εισαγγελίες γίνεται ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων και τη δικαστηριακή τους κίνηση, των μεν δικαστικών λειτουργών με προεδρικό διάταγμα, των δε υπαλλήλων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδονται κάθε δύο (2) χρόνια, κατά μήνα Ιούνιο ή εκτάκτως σε περίπτωση αύξησης των θέσεων."*** Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.8   άρθρ.6 Ν.2408/1996 (Α 73). Το διάταγμα αυτό εκδίδεται ύστερα από γνώμη: « α. για τους δικαστικούς λειτουργούς:     αα. των πολιτικών - ποινικών δικαστηρίων, του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που λαμβάνουν υπόψη αντιστοίχως τις αιτιολογημένες προτάσεις των δικαστικών λειτουργών που διευθύνουν τα εφετεία και τις εισαγγελίες εφετών,     ββ. ….….Στην περίπτωση συγχώνευσης δικαστηρίων, οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών διατηρούνται και μεταφέρονται αυτοδικαίως στο δικαστήριο, το οποίο προκύπτει από την εν λόγο συγχώνευση. Οι ως άνω θέσεις καταλαμβάνονται από τους υπηρετούντες στα συγχωνευόμενα δικαστήρια δικαστικούς λειτουργούς

1.2.1.- Ο Συνταγματικός Νομοθέτης του 1975 όρισε στο άρθρο 26 του Συντάγματος ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού». Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 87 παράγραφος 1, ότι: «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία».

Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 3 παρ.2 περ. α', υποπερ. αα' του Ν.1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» (Α' 35), όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν.2408/1996 παρίσταται ως μη συνάδουσα με την υπό των ανωτέρω Συνταγματικών διατάξεων θεσπιζόμενη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αφού απαιτείται απλή γνώμη των αναφερομένων Προέδρου και Εισαγγελέα του ΑΠ για την έκδοση του ανωτέρω ΠΔ, αφιεμένης ουσιαστικώς αδεσμεύτου της Εκτελεστικής Εξουσίας στην εσωτερική οργάνωση της Δικαστικής Λειτουργίας δια της κατανομής (αλλά και καταργήσεως) των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας, ενώ θα έπρεπε ο νομοθέτης ναπροβλέψει την αποφασιστική αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου στην εσωτερική οργάνωση της Δικαιοσύνης.

1.2.2.-Στο προσβαλλόμενο ΠΔ αναφέρεται ότι εκδόθηκε κατόπιν της με αριθ. 42/2-3-2012 γνώμης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία διαβιβάστηκε με τα με αριθμούς 160/21-3-2012 και 46/16-1-2013 έγγραφα της που εκδόθηκαν λαμβανομένων υπόψη των αιτιολογημένων προτάσεων των δικαστικών λειτουργών που διευθύνουν τα εφετεία της χώρας, την με αριθμό 175/21-3-2012 γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (σε ορθή επανάληψη), αφού έλαβε υπόψη τις αιτιολογημένες προτάσεις των δικαστικών λειτουργών που διευθύνουν τις Εισαγγελίες Εφετών της Χώρας, ήτοι:…η) Τις με αριθμό 1807/18-11-2011 και 290/9-2-2012 γνώμες της Εισαγγελέως Εφετών Καλαμάτας και την υφισταμένη κατάσταση των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών των Εφετείων και Εισαγγελιών Εφετών της χώρας, χωρίς όμως να έχει ληφθεί υπόψη η γνώμη του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας με ΑΠ 1807/18-11-2011 σύμφωνα με την οποία:

«ΘΕΜΑ: Κατανομή θέσεων Εισαγγελικών Λειτουργών. Ύστερα από τη σχετική παραγγελία Σας αναφέρουμε, σύμφωνα με το άρθρο 3§2 στοιχ. α περ. αα ΚΟΔΚΔΛ, ότι στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών της περιφερείας μας (Καλαμάτας, Γυθείου, Κυπαρισσίας) δεν υπάρχει περιθώριο μείωσης των οργανικών θέσεων εισαγγελικών λειτουργών του εισαγωγικού βαθμού.

Ειδικότερα : Α) στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Καλαμάτας υπηρετούν 1 Εισαγγελέας Πρωτοδικών και 4 Αντεισαγγελείς.

Β)   στην   Εισαγγελία   Πρωτοδικών   Γυθείου     υπηρετούν   1 Εισαγγελέας Πρωτοδικών και 1 Αντεισαγγελέας.

Γ) στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κυπαρισσίας υπηρετούν 1 Εισαγγελέας Πρωτοδικών και 1 Αντεισαγγελέας.

Οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις είναι αντίστοιχες των υπηρετούντων εισαγγελικών λειτουργών.»

Το προσβαλλόμενο ΠΔ στερείται συνεπώς νομίμου και επαρκούς αιτιολογίας, εν όψει της διάταξης του άρθρου 3 παρ.2 περ. α', υποπερ. αα' του Ν.1756/1988 σύμφωνα με την οποία το διάταγμα εκδίδεται ύστερα από γνώμη για τους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών - ποινικών δικαστηρίων, του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που λαμβάνουν υπόψη αντιστοίχως τις αιτιολογημένες προτάσεις των δικαστικών λειτουργών που διευθύνουν τα εφετεία και τις εισαγγελίες εφετών».

Η έλλειψη αυτή καθιστά πέραν του ανωτέρω, μη προσηκόντως αιτιολογημένο το ΠΔ, αφού αφορά μείωση του αριθμού των ενιαίων οργανικών θέσεων Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών - Εισαγγελικών Πάρεδρων κατά μία (1) και της οποίας αρμοδιότητα να εισηγηθεί κυριαρχικά είχε προφανώς ο Εισαγγελέας Εφετών την αιτιολογημένη γνώμη του οποίου απαιτεί ο νόμος.

Στην περίπτωση αυτή τόσον η εισήγηση του εισαγγελέα του ΑΠ δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη ,όπως και το προσβαλλόμενο διάταγμα. Άλλωστε η έντονη δικαστηριακή κίνηση στην περιοχή Μεσσηνίας μαρτυρείται και ανάγκη επαρκούς συνθέσεως των δικαστηρίων του πρώτου βαθμού και στις με αριθμό 525/14-10-2011 και 30/25-1-2012 γνώμες του Προέδρου Εφετών Καλαμάτας σύμφωνα με την οποία: «Κατόπιν αυτών σας γνωρίζουμε ότι οι ανάγκες των δικαστικών υπηρεσιών της περιφερείας μας δεν επιτρέπουν την μείωση των ανωτέρω οργανικών θέσεων, καθόσον για μεν τα Πρωτοδικεία Γυθείου και Κυπαρισσίας δεν θα είναι δυνατή η συγκρότηση κατ' έφεση τριμελών δικαστηρίων, το Πρωτοδικείο Καλαμάτας έχει μεγάλη δικαστηριακή ύλη, ώστε οι υπηρετούντες δικαστές μετά δυσκολίας να ανταποκρίνονται στον μεγάλο όγκο εργασίας του Πρωτοδικείου, οι δε υπηρετούντες Ειρηνοδίκες δεν επαρκούν για τις ανάγκες λειτουργίας των Ειρηνοδικείων της περιφερείας των

Εν όψει και των εφιαλτικών συνθηκών καθυστέρησης απονομής της Δικαιοσύνης στην περιφέρεια Μεσσηνίας και του ότι μειώνεται ο αριθμός των ενιαίων οργανικών θέσεων Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών - Εισαγγελικών Πάρεδρων κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις (3),παρά την αντίθετη γνώμη του κατ’ εξοχήν αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, καθιστά την προσβαλλομένη ανεπαρκώς και μη προσηκόντως αιτιολογημένη.

Επειδή η αίτησή μας και άπαντες οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως είναι νόμιμοι, εμπρόθεσμοι, βάσιμοι και αληθείς, αποδεικνύονται δε πλήρως και προσηκόντως.

Επειδή στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, καθώς αφορά την λειτουργία της Δικαιοσύνης και, ως εκ τούτου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εισαγωγή της υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14§2 περ. β’ του Π.Δ. 18/1989

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και για όσους πρόσθετους λόγους ακυρώσεως επιφυλασσόμεθα να ασκήσουμε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με τη ρητή επιφύλαξη παντός δικαιώματός μας.

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

Να γίνει δεκτή η παρούσα Αίτησή μας.

Να ακυρωθεί και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη πράξη.

Να καταδικαστεί το Δημόσιο στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

Να διαταχθούν εν γένει τα νόμιμα.

Την εισαγωγή της υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14§2 περ. β’ του Π.Δ. 18/1989.

Αντίκλητο διορίζουμε τον δικηγόρο Αντώνιο Π. Αργυρό, κάτοικο Αθηνών, οδός ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ αριθ. 32 (ΤΚ 10680)τηλ:2103630994.

Αθήνα, 13.5.2013 Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

 


[1] « Εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους και τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών ανήκουσι: α) Η μέριμνα περί της εν γένει αξιοπρέπειας των Δικηγόρων και της απονομής παρά πάσης αρχής του προς αυτούς οφειλομένου σεβασμού κατά την ενάσκησιν του λειτουργήματος αυτών, β) η υποβολή προτάσεων και γνώμων αφορωσών εις την βελτίωσιν της νομοθεσίας εις την ερμηνείαν και την εφαρμογήν αυτής. γ) η διατύπωσις παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς την απονομήν της δικαιοσύνης και δ) η συζήτησις και η απόφασις περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ως τοιαύτα ή ως επαγγελματικήν τάξιν και επί   παντός γενικωτέρου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου.»

[2]« Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος, διοριζόμενος δια Β. Διατάγματος και υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν ασκούμενην κατά τας διατάξεις του παρόντος. Προ πάσης ασκήσεως των καθηκόντων του ο Δικηγόρος υποχρεούται να δώση τον όρκον της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να εγγραφή εις το μητρώον του Δικηγορικού Συλλόγου, μεθ` ην εγγραφήν τελειούται ο διορισμός.»

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top