Menu
RSS

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

 

ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΕΡΓΗ

Έπαιζε και σήμερα το ίδιο ακριβώς παιχνίδι, όπως κάθε βράδυ, όταν εκείνος γύριζε στο σπίτι αργά, κουρασμένος από το γραφείο και την έψαχνε. Δεν ήταν σε κάποιο εμφανές σημείο, αλλά εκείνος ήταν βέβαιος πως βρισκόταν εκεί, δεν μπορούσε να πάει οπουδήποτε αλλού. Κρυμμένη μόνιμα ανάμεσα στα παιδιά παλαιών πολιτικών, έξω από τα τζάμια των τραπεζών, πίσω από τα μπλοκάκια των ελεύθερων επαγγελματιών που δούλευαν με όρους εξαρτημένης εργασίας...........................................................................

Μακρυά από τα ράφια των σούπερ-μάρκετ, στην άκρη της Πλατείας μετά τις καφετέριες και τα καταστήματα πλαστικών φαγητών, πέρα από την κίνηση του δρόμου, στη στάση του λεωφορείου που για μία ακόμη φορά άργησε ή ακόμα και στο καράβι που ήταν αραγμένο στο λιμάνι, αυτό το λιμάνι που τόσο αγαπούσε.

 

Ένιωθε την παρουσία της μέχρι να αρχίσει να χτυπάει το κινητό του τηλέφωνο. (Και τι ειρωνεία τάχα. Όταν ήταν φοιτητής, παρακαλούσε να χτυπάει το τηλέφωνο συνέχεια, τώρα παρακαλούσε να μην ακούει καν τον ήχο του). Ήταν εκεί μέχρι να αρχίσει να χτυπά το ξυπνητήρι. Δεν ήθελε όμως να βρίσκεται μπροστά του όταν η κοπέλα από το Ράδιο Κορασίδη θα τον καλούσε για ενενηκοστή πέμπτη φορά να του θυμίσει την ανεξόφλητη δόση του. Όταν ο γραβατωμένος κύριος της τράπεζας θα του υπενθύμιζε ψυχρά τους σχετικούς με τα επιτόκια όρους, όταν από το κατάστημα της Φίλωνος θα τον καλούσαν να του μιλήσουν για τις μοναδικές ευκαιρίες που θα του παρείχε το νέο επαγγελματικό δάνειο, προσαρμοσμένο ειδικά στις απαιτήσεις ενός τόσο επιτυχημένου και ξεχωριστού ανθρώπου, όπως αυτός.

Δεν ήθελε άλλωστε να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους που μιλούσαν με ψυχρότητα, που ξεχνούσαν μέρα με τη μέρα την αγάπη. Σιχαινόταν αυτούς που συνωστίζονταν στα κομματικά γραφεία για ένα ρουσφέτι - και ήταν τόσοι πολλοί- και στις κεντρικές πολιτικές συγκεντρώσεις. Δεν παρακολουθούσε δελτία ειδήσεων και πολιτικές εκπομπές, δεν έβλεπε καν τα μεσημεριανάδικα που τόσο εκείνου του άρεσαν. Βαριόταν εύκολα σ’ αυτή την βρόμικη πόλη.

Ωστόσο, σήμερα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του κρυβόταν. Η όλη στάση της ήταν αδικαιολόγητη. Ήξερε ότι δεν πήγε καλά η συνάντησή της με τους έντεκα ανθρώπους που προγραμματίστηκε μετά από πολλές δυσκολίες, αλλά και πάλι δεν είναι αυτός λόγος για να κρύβεται.

Τον Δεκέμβρη θα έκλειναν έναν χρόνο μαζί, είχαν όμως απ’ την αρχή καταλάβει πως ήταν σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Κι αν απογοητεύτηκαν στην πορεία, κι αν η σχέση τους έχασε την γλύκα που είχε τις πρώτες μέρες, και οι δυο τους δεν μπορούσαν να αγνοήσουν τον Δεκέμβρη.

Μέσα στην ίδια ακριβώς μιζέρια, ήταν τόσο ευτυχισμένοι πέρσι τέτοια εποχή, έστω κι αν ακόμα δεν γνωρίζονταν. Ίσως γιατί αισθάνονταν ήδη ότι ήταν θέμα χρόνου να ανταμώνανε.

Της είχε προτείνει να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, να γνωριστούν οι οικογένειές τους και να πάνε στον ιερέα να τους ευλογήσει, για να έχει η σχέση τους κάποιου είδους νομιμοποίηση. Εκείνη όμως καθόλου δεν συμφωνούσε κι αυτό ήταν κάτι που τον εξόργιζε.

Ένιωθε ήδη απίστευτη απογοήτευση, σαν να αισθανόταν ότι άρχιζε να την μισεί.

Τελικά, εμφανίστηκε μετά από ώρα μπροστά του. Στεκόταν ταλαιπωρημένη σαν σελίδα πολυδιαβασμένου βιβλίου. Εκείνος ήταν πρόθυμος να της εξηγήσει πως αν εκείνη θεωρεί ότι είναι πρόωρο ακόμα να επισημοποιήσουν τη σχέση τους και να γίνει το επόμενο βήμα, θα μπορούσαν ίσως να το ξανασυζητήσουν. Ας μην πηγαίνανε στους γονείς του, δεν χρειαζόταν η ευλογία του παπά.

Δεν είχε δυστυχώς καταλάβει πως το παιχνίδι το έχασε όταν θέλησε να την βάλει σε καλούπια και να την κάνει να πιστέψει σε ένα καινούριο αύριο με όρους του χθες. Όταν της είπε πως αρχές Οκτώβρη θα’ χουν όλα αλλάξει, ότι θα ανατείλει μια καλύτερη μέρα.

«Δεν είμαι έτοιμη», είπε και έφυγε.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΠΕΡΓΗΣ

 

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top